Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου 2010

Οι αρχαίες Θεσπιές και η ευρύτερη περιοχή τους

Μέρος 1ο
Η ευρύτερη περιοχή των Θεσπιών ορίζεται στα βόρεια από το όρος Ελικών και συμπεριλαμβάνει το ιερό των Μουσών μέσα στην ομώνυμη κοιλάδα. Στους πρόποδες του Ελικώνα βρίσκεται η Άσκρη, η πατρίδα του Ησίοδου. Στα δυτικά του όρους βρίσκεται η Εύτρηση, τα Λεύκτρα και τέλος ο ορεινός όγκος του βουνού Κορομπίλι, που καταλήγει στο λιμάνι της Κρεύσεως (σημερ. Λιβαδόστρα) και στα ανατολικά του βρίσκεται ένα ακόμα επίνειο, αυτό των Σιφών (σημ.Αλυκή). Τέλος, στη νότια πλευρά του όρους Ελικώνα βρίσκονται η Θίσβη και οι αρχαίες Κορσιές (σημ. Πρόδρομος).
Για τα ανατολικά είναι δύσκολα να δοθεί κάποια ακριβής πληροφορία, το επιβλητικό ανάγλυφο της περιοχής όμως αποτελεί φυσικό σύνορο. Η αρχαία Θέσπεια (Θεσπιαί) που πήρε το όνομα της από τη Θέσπια, κόρη του ποταμού Ασωπού ή κατά άλλους από τον Αθηναίο βασιλιά Θέσπιο, βρισκόταν στις υπώρειες του όρους Ελικώνα και από Θήβα αριστερά του Θέσπιου ποταμού (σημερ. Καναβάρη). Στην περιοχή αυτή σήμερα υπάρχουν τα χωριά Θεσπιές και Λεοντάρι. Η αρχαία πόλη, που ανασκάφηκε τον 19ο αιώνα, έχει σχεδόν εξαφανιστεί. H τοπογραφία των Θεσπιών δεν έχει ποτέ μελετηθεί σε βάθος έχει όμως ταυτιστεί με σιγουριά από επιγραφές και γλυπτά.
Οι Θεσπιές κατοικήθηκαν αδιάκοπα από τα νεολιθικά χρόνια ως την ύστερη αρχαιότητα. Στη Μαγούλα ή Ράχη της Βαρβάρας, βόρεια του Κάστρου, διαπιστώθηκαν τα ίχνη της προϊστορικής εγκατάστασης. Υπήρξε σπουδαίο εμπορικό κέντρο στη μυκηναϊκή εποχή, εξαιτίας του λιμανιού της Κρεύσιδος (σημερινής Λιβαδόστρας). Από το 447 έως το 423 π.Χ., όταν οι Θηβαίοι κατέλαβαν την πόλη, οι Θεσπιές συμμετείχαν πάλι στο βοιωτικό κοινό με δυο βοιωτάρχες και ασκούσαν έλεγχο με τα δυο κύρια λιμάνια της στον Κορινθιακό κόλπο, την Κρεύσιδα (σημερινή Λιβαδόστρα) και τις Σίφες (σημερινή Αλυκή) και σε όλη τη νοτιότερη μεσογειακή περιοχή με τις μικρότερες κώμες που εξαρτώνταν από αυτή (Εύτρηση, Λεύκτρα, Άσκρη-Κοιλάδα Μουσών, Θίσβη, Κορσιές).
Στα ιστορικά χρόνια οι Θεσπιές ήταν μια από τις σημαντικότερες πόλεις της Βοιωτίας μαζί με την Πλάταια. Η ιστορική της διαδρομή σηματοδοτήθηκε από το δημοκρατικό της πνεύμα και την έντονη αντίθεση της προς την ηγεμονική Θήβα, η οποία ήθελε με τη βία να τη θέσει κάτω από το ζυγό της. Αν και για τα γεωμετρικά χρόνια δεν υπάρχουν στοιχεία, το όνομα της πόλης συναντάται αρχικά στον Ομηρικό κατάλογο των πλοίων (Νηών Κατάλογος). Αργότερα , γύρω στα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ., όταν οι Θεσσαλοί εισέβαλλαν στη Βοιωτία, οι Θεσπιείς βρήκαν καταφύγιο στον Κερησσό, μια οχυρωμένη τοποθεσία, κοντά στις Θεσπιές. Στα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ. κυκλοφορούν τα πρώτα νομίσματα του Βοιωτικού κοινού αλλά και κάθε πόλη μεμονωμένα κόβει νομίσματα με τα αρχικά της. Ο μελετητής D. Knoepfler αποδίδει τα αρχικά Η στην Υηττό και Φ στις Θεσπιές. Πρέπει να σημειωθεί, ότι η πόλη των Θεσπιών είχε δικό της νομισματοκοπείο και χάρασσε στα νομίσματά της την κεφαλή της Αφροδίτης.
Η ομηρική πόλη και η πόλη των αρχαϊκών χρόνων τοποθετείται, αν και όχι με σιγουριά, 1 περίπου χλμ ΝΔ της κλασικής, στο χώρο όπου ο P. Jamot ανακάλυψε τυχαία τον Ιούλιο του 1890 τον περίπτερο ναό του Απόλλωνα Αρχαγέτα, στην τοποθεσία Τοπίτσι. Σήμερα όμως το σημείο, που προτάθηκε από το Jamot η θέση του ναού, δεν είναι γνωστό με ακρίβεια.

Ιστορικό πλαίσιο. Στα χρόνια των Μηδικών πολέμων η πόλη των Θεσπιών έχει ενεργό ρόλο. Από όλους τους Βοιωτούς μόνο οι Θεσπιείς και οι Πλαταιείς πολέμησαν εναντίον των Περσών. Ξακουστή στην ιστορία παραμένει η συμμετοχή των 700 Θεσπιέων στη μάχη των Θερμοπυλών (480 π.Χ), καθώς οι Θεσπιείς αρνήθηκαν να αφήσουν μόνο το Λεωνίδα μετά την κύκλωση τους και έμειναν εκεί και σκοτώθηκαν, ενώ οι άλλοι οπλίτες μετά και την παρακίνηση του βασιλιά της Σπάρτης έφυγαν. Το γεγονός αυτό στάθηκε αιτία για τη λεηλασία της πόλης από τους Πέρσες του Ξέρξη. Η πόλη ξαναχτίστηκε με την υποστήριξη των Αθηναίων, το όνομα τους αναγράφηκε σε αναθηματικό τρίποδα στους Δελφούς.
Μετά τη μάχη του Δηλίου (424 π.χ.) το καλοκαίρι του επόμενου χρόνου, οι Θεσπιείς κατηγορήθηκαν από τους Θηβαίους για «αττικισμό» και για το λόγο αυτό η πόλη καταστράφηκε εκ θεμελίων από τη Θήβα. Στα χρόνια του πελοποννησιακού πολέμου οι ολιγαρχικοί Θεσπιείς κατέχοντας την αρχή συγκρατούσαν την πόλη στη συμμαχία των Θηβαίων. Το 414 π. Χ. ο δήμος στασίασε και προσπάθησε να τους ανατρέψει. Οι Θηβαίοι όμως ειδοποιήθηκαν και σπεύδοντας στις Θεσπιές, στήριξαν τους ολιγαρχικούς και ανάγκασαν τους δημοκρατικούς να εκπατριστούν στην Αθήνα. Το 387π.Χ. με την ειρήνη του Ανταλκίδα απελευθερώνονται από τη θηβαϊκή ηγεμονία. Ο βασιλιάς της Σπάρτης, Αγησίλαος, οχύρωσε τις Θεσπιές γύρω στο 378 π.Χ. Η αντιπαράθεση όμως Θηβαίων και Θεσπιών δεν είχε ακόμα τελειώσει. Λίγο πριν τη μάχη των Λεύκτρων, το 373 π.Χ., οι Θηβαίοι για να εξασθενίσουν τους Θεσπιείς κατεδάφισαν εκ νέου τα τείχη της πόλης, ενώ ο Επαμεινώνδας τους απέπεμψε από τη μάχη και εκείνοι κατέφυγαν στον Κερησσό. Μετά τη μάχη της Χαιρώνειας το 338 π.Χ. οι Θεσπιές προσχώρησαν στο Βοιωτικό Κοινό και το 335 π.Χ. συμμετείχαν στη λεηλάτηση της πόλης των Θηβών από τον Αλέξανδρο. Η διάλυση της Βοιωτικής Ομοσπονδίας το 146 π.Χ. είχε ως αποτέλεσμα την ευεργετική μεταχείριση της πόλης από τους Ρωμαίους και από τότε και στο εξής σημειώνεται μια ανοδική πορεία ως την ύστερη αρχαιότητα, όταν της παραχωρήθηκε από τον Καίσαρα το προνομιακό καθεστώς της «civitas libera et immunis” (47 π.χ).
Η πόλη των Θεσπιών του 5ου αιώνα π.Χ. ήταν μια περιτειχισμένη πόλη, όπως γνωρίζουμε από γραπτές πηγές (Θουκυδίδης, IV 133). Η κλασική εποχή ήταν περίοδος μεγάλης ακμής της πόλεως καθώς απλωνόταν σε μεγάλη έκταση, περίπου 2 χλμ., ανατολικά του σημερινού Κάστρου, όπου ακριβώς σωζόταν το υστερορωμαϊκό περιτείχισμα της πόλης που είχε ενσωματώσει πλήθος αρχαίων λίθων. Η διάλυση του από τον Jamot, το 1891 έφερε στο φως περισσότερες από 400 επιγραφές, επιτύμβια ανάγλυφα, αγάλματα και αρχιτεκτονικά γλυπτά.
Ανατολικά του Κάστρου βρίσκεται το Πολυάνδρειο. Πρόκειται για τον κοινό τάφο των πεσόντων Θεσπιέων στη μάχη του Δηλίου (424 π.Χ.) όταν αναγκάστηκε να πολεμήσει εναντίον των φίλων Αθηναίων και υπέστη μεγάλες απώλειες σε ανθρώπινο δυναμικό. Το μνημείο οριοθετούσε ορθογώνιος περίβολος και επέστεφε επιτύμβιος λέων, ενώ 9 στήλες- τοποθετημένες παρατακτικά μπροστά από το λέοντα έφεραν τα ονόματα 202 νεκρών. Το μνημείο ανασκάφηκε αρχικά από τον Έφορο Π. Σταματάκη (1882) και τον Jamot (1890-91). Οι έρευνες του Σταματάκη έφεραν στο φως τμήμα λιθόστρωτου δαπέδου και πάνω σε αυτό τον κορμό λιονταριού, ο οποίος και αποτελούσε το ταφικό σήμα του μνημείου.
Το 1911 ο Αντώνης Κεραμόπουλος ανέσκαψε εκ νέου στο χώρο του Πολυάνδρειου και συνέλεξε πλήθος αγγείων (κανθάρους, ληκύθους, κρατήρες, κύλικες), ειδωλίων καθώς και μεγάλο αριθμό από μεταλλικά αντικείμενα (χάλκινες και σιδηρές στλεγγίδες και σιδερένιους ήλους).
Ευρήματα από το ταφικό μνημείο του Πολυανδρείου βρίσκονται επίσης στην αποθήκη των Θεσπιών και συνίσταται περαιτέρω έρευνα.
Μικρής κλίμακας σωστικές ανασκαφές έγιναν το έτος 1967, στον αγρό ιδιοκτησίας Γ. Αδάμ, στη θέση Κάστρο, όπου μετά από άροση στον αγρό ήλθαν στο φως διάφορα ευρήματα, όπως ένα μαρμάρινο γυναικείο ακέφαλο άγαλμα (Υ: 1,60μ), μεγάλων διαστάσεων ανάγλυφο ιππέα, που σώζει το μεγαλύτερο τμήμα του κορμού του ίππου και το πόδι του αναβάτη, ασβεστολιθικός θρόνος με πόδια λιονταριού και ελλιπής στο ερεισίνωτο, έδρανο θεάτρου επίσης από ασβεστόλιθο, ενεπίγραφος επιτύμβιος κύβος και διάφορα αρχιτεκτονικά μέλη από πωρόλιθο και ασβεστόλιθο.
Εξωτερικά των τειχών της αρχαίας πόλης, η οποία τοποθετείται στα βόρεια του παραπόταμου Καναβάρη (αρχαίου Θέσπιου) και περίπου 500μ. νότια του σημερινού χωριού, εντοπίστηκε τμήμα νεκροταφείου στον αγρό ιδιοκτησίας Γ. Κάπρου, που βρίσκεται στη θέση «Ράχη», 1600 περίπου μέτρα νότια του σημερινού χωριού των Θεσπιών, στη δεξιά παρυφή του αγροτικού δρόμου που οδηγεί προς Ν. Μετά από τη διεξαγωγή ανασκαφικής έρευνας στον αγρό, το 1981, ήλθαν στο φως 13 ταφές, τα χρονολογήσιμα ευρήματα των οποίων ανήκουν στην αρχαϊκή έως και την ελληνιστική εποχή(6ο αι- 4ο αι. π.Χ.). Οι περισσότερες ταφές ήταν συλημένες. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο παιδικός τάφος με α/α 2, που βρέθηκε ασύλητος και πλούσια κτερισμένος, κυρίως με κορινθιακές πυξίδες και ειδώλια, μεταξύ των οποίων ένα άρμα συρόμενο από δυο άλογα, που μεταφέρει δυο γυναικείες μορφές, με πολλά κοσμήματα και ζωηρά χρώματα.
Ντόπιο εργαστήριο γλυπτικής. Οι Θεσπιές είχαν δεθεί από νωρίς στο άρμα επιρροής της Αθήνας εκφράζοντας με αυτόν τον τρόπο την αντίθεση τους προς τη μισητή Θήβα, η οποία προσπαθώντας να επιβληθεί κατεδάφισε τα τείχη της πόλης δυο φορές. Η καλλιτεχνική δραστηριότητα του ντόπιου εργαστηρίου γλυπτικής από ντόπιο μάρμαρο και τιτανόλιθο, συνδέθηκε αρχικά με την Ιωνία, και κατόπιν σταθερά με την Αθήνα επιβεβαιώνει το γεγονός. Τεράστια ήταν και η καλλιτεχνική επιρροή στις γειτονικές περιοχές, που έκαναν στις Θεσπιές τις παραγγελίες τους. Η θεσπιακή παραγωγή καλύπτει το χρονικό διάστημα από τα μέσα του 5ου αιώνα π. Χ. ως το β΄ μισό του 4ου αιώνα π.Χ.. Στη διάρκεια όμως του 4ου αι. π.Χ. το θεσπιακό εργαστήριο αρχίζει να αρθρώνει τη δική του καλλιτεχνική γλώσσα. Οι ρίζες του στην Αττική τέχνη παραμένουν ζωντανές, διαφοροποιείται όμως η τεχνοτροπία όσο και η εικονογραφία.
Οι Θεσπιές αποτελούν επίσης τη μοναδική περιοχή της Ελλάδας με πολυάριθμη συγκέντρωση επιτυμβίων βωμών με θέμα τον ήρωα ιππέα. Ταφικά μνημεία αυτού του τύπου με απλή αναγραφή του ονόματος είναι γνωστά από τα κλασικά χρόνια ενώ το ίδιο μνημείο επαναχρησιμοποιείται στα ρωμαϊκά χρόνια με νέα παράσταση και επιγραφή. Οι βωμοί χρονολογούνται στα ύστερα ρωμαϊκά χρόνια. Ο ιππέας με χιτωνίσκο και χλαμύδα ή με εξάρτυση πολεμιστή (συνήθως περικεφαλαία, ασπίδα και δόρυ) κρατά με το δεξί χέρι τα ηνία ενώ το αριστερό ακουμπά στη χαίτη του αλόγου σε μια κίνηση χαιρετισμού. Στην ίδια εικονογραφική παράδοση οι θεσπιείς καλλιτέχνες εντάσσουν και την Ηρωίνη, ως Ιππία ή Ηνιόχη, προστάτιδα των ιππέων, θέμα που χρησιμοποιείται από κοινού με αυτό του έφιππου άνδρα στην εικονογράφηση των επιτύμβιων βωμών ή στηλών της περιοχής. Ίσως η χρήση του τοπικού ασβεστόλιθου και κάποια εγκατάσταση λαϊκών τεχνιτών σε συνδυασμό με τις ανάγκες για το νεκροταφείο και τη λατρεία ερμηνεύουν αυτή την άνθηση. Συνεπώς στις Θεσπιές αξίζει να σημειωθεί η συνέχεια της παλαιότερης τοπικής παράδοσης και η εκ παραλλήλου συνύπαρξη επιτυμβίων βωμών και στηλών. Πληθώρα επιτύμβιων και αναθηματικών αναγλύφων αποτελούν άριστα δείγματα της ντόπιας παραγωγής.
Ξεχωριστή θέση στην πόλη κατείχε η λατρεία του Έρωτα, του οποίου το παλαιότατο άγαλμα ήταν αλάξευτος λίθος. Γνωστό είναι επίσης και το περίφημο μαρμάρινο άγαλμα του φτερωτού θεού, από πεντελικό μάρμαρο, έργο του γλύπτη Πραξιτέλη 10 και ανάθημα της Φρύνης στην πατρίδα της. Ο Έρως απεικονιζόταν ως έφηβος οινοχοών, με το τόξο δίπλα στα πόδια. Ο Παυσανίας (ΙΧ,27,3) αναφέρει ότι το άγαλμα είχε μεταφερθεί στη Ρώμη τα χρόνια του Γάιου (πιθανόν Καλιγούλα). Χάρη στο Σύλλα όμως, το άγαλμα γύρισε στον αρχικό τόπο έκθεσης του, υπολογίζεται γύρω στο 86 π.Χ., στην πρωτοβουλία του οποίου οφείλεται και η θέσπιση της γιορτής Ερωτίδεια, στα οποία νιόπαντρα ζευγάρια επισκέπτονταν το ιερό του θεού για να πάρουν την ευχή του.
Σημαντικότατο εύρημα αποτελεί και η ενεπίγραφη βάση, που βρέθηκε στα Λεύκτρα της Βοιωτίας, εντοιχισμένη σε ερειπωμένο χριστιανικό ναΐσκο και φέρει την υπογραφή του Πραξιτέλη. Κατά την πρώτη χρήση, πάνω στη βάση ήταν στημένο, όπως μαρτυρεί η επιγραφή στην πρόσθια πλευρά, το εικονιστικό άγαλμα του Θρασύμαχου, γιου του Χαρμίδου, το οποίο αφιέρωσαν στους θεούς ο Αρχίας Θρασυμάχου και η αδελφή του Θρασυμάχου Αναξαρέτα, θυγατέρα του Χαρμίδου. Το άγαλμα είχε φιλοτεχνήσει ο Πραξιτέλης του οποίου η υπογραφή σώζεται κάτω από την επιγραφή της ανάθεσης. «Πραξιτέλης Αθηναίος εποίησε». Οι κυλινδρικοί τόρμοι φανερώνουν πως το εικονιστικό άγαλμα του Θρασυμάχου ήταν κατασκευασμένο από χαλκό και όχι από μάρμαρο.
Η κατάσταση στην οποία σώζονται οι τόρμοι δεν μας επιτρέπει να προσδιορίσουμε επακριβώς το μοτίβο στήριξης της μορφής. Πάντως η περίπτωση να υπήρχε στήριγμα της μορφής στα αριστερά αποκλείεται καθώς τα ίχνη βελονιού και οι απολαξεύσεις γύρω από το χείλος των τόρμων σχετίζονται με την προσπάθεια απόσπασης των τενόντων από τους τόρμους κατά την καθαίρεση του αγάλματος. Κατά τη δεύτερη χρήση, ανοίχθηκε κατά μήκος της βάσης ορθογώνιο λάξευμα, για να στηθεί κάποιο άλλο, μαρμάρινο γλυπτό. Η υπογραφή του Πραξιτέλη χρονολογείται στα μέσα του 4ου αι. π. Χ. Είναι χαρακτηριστικό ότι το όνομα του γλύπτη ακολουθείται από το εθνικό, Αθηναίος. Αυτό είναι γνωστό και σε άλλες περιπτώσεις που τα αγάλματα είχαν στηθεί σε πόλεις εκτός Αθηνών. Η βάση θα μπορούσε να είχε μεταφερθεί στα Λεύκτρα από τις κοντινές Θεσπιές.
Εκτός από τη λατρεία του Έρωτα στις Θεσπιές μαρτυρείται ακόμη η λατρεία της Αφροδίτης Μελαίνιδος, ως θεάς των νεκρών , που απεικονιζόταν και στα νομίσματα τους , η λατρεία των Μουσών, του Ηρακλή Ιδαίου και της Άρτεμης Ειλειθυίας.
Η αρχαία Κρεύσις ( σημερινή Λιβαδόστρα), επίνειο των Θεσπιών, βρισκόταν στο μυχό του κόλπου της Λιβαδόστρας, στις υπώρειες του όρους Κορομπίλι . Διατηρείται σε καλή κατάσταση το οχυρωματικό τείχος, με πύργους του 4ου αιώνα π. Χ.
Οι Σίφαι (σημερινή Αλυκή), το δεύτερο επίνειο των Θεσπιών, βρίσκονται στον ανατολικό μυχό του κόλπου της Δομβραίνας. Περίοδος ακμής θεωρείται ο 4ος αι. π.Χ., οπότε οχυρώθηκε και η ακρόπολη, το οχυρωματικό τείχος της οποίας διατηρείται ακόμα και σήμερα σε ικανοποιητικό μήκος και ύψος. Σώζονται τρεις πύλες, από τις οποίες η κύρια είναι κοντά στην παραλία. Από την περιοχή προέρχεται και η επιτύμβια στήλη της Φιλωτέρας, η οποία χρονολογείται στο πρώτο τρίτο του 4 ου αι. π.Χ. Είναι κατασκευασμένη από μάρμαρο, που προέρχεται από τις Θεσπιές, γεγονός που επιβεβαιώνει για ακόμη μια φορά την επιρροή του θεσπιακού εργαστηρίου.
Η αρχαία Εύτρηση, εκτείνεται στα νοτιοανατολικά του επαρχιακού δρόμου που συνδέει τα Λεύκτρα με το Μελισσοχώρι και σε απόσταση 2 χλμ βορειοανατολικά των Λεύκτρων, 17 περίπου χλμ νοτιοδυτικά της Θήβας και 6 χλμ βορείως των ακτών του Κορινθιακού κόλπου. Η θέση καλείται και Αρκοπόδι από την ομώνυμη παρακείμενη πηγή, που χρησίμευε για την προμήθεια του οικισμού σε νερό. Τα αρχαία οικοδομικά λείψανα εκτείνονται σε σύστημα χθαμαλών λόφων συνολικού μήκους 500μ. και μέγιστου ύψους στο βορειανατολικό άκρο 28μ., καθώς και βορείως και δυτικά του επαρχιακού δρόμου Λεύκτρων –Θηβών.
Η θέση ανασκάφηκε συστηματικά από το 1924 έως το 1927 από την H.Goldman και την Αμερικάνικη Σχολή Κλασικών Σπουδών και τα τελικά πορίσματα της δημοσιεύτηκαν λίγα χρόνια μετά. Πολύ αργότερα οι J. και El.Caskey πραγματοποίησαν συμπληρωματική έρευνα μικρού τμήματος της παλαιάς ανασκαφής και τα πορίσματα των ερευνών βεβαίωσαν πως η θέση κατοικήθηκε ήδη από τους νεολιθικούς χρόνους, αλλά η άνθηση του οικισμού σημειώθηκε κατά την ΠΕ περίοδο. Στα μυκηναϊκά χρόνια οχυρώνεται αλλά στο τέλος αυτών των χρόνων φαίνεται ότι εγκαταλείφθηκε ή παρήκμασε αρκετά. Αναφέρεται από τον Όμηρο (Ιλιάδα, Β, 502), μαζί με τη Θίσβη και έχει κάποια θέση στη θηβαϊκή μυθολογία (Ο Αμφίων και ο Ζύθος ξεκίνησαν από την Εύτρηση για να κυριέψουν τη Θήβα). Τα ευρήματα αρχίζουν πάλι από τον 6ο αιώνα π.Χ., οπότε φαίνεται ότι η Εύτρηση αποικίζεται από την πόλη των Θεσπιών (γύρω στο 600-550 π.Χ.). Στα χρόνια αυτά είναι γνωστό πως υπήρχε εκεί ιερό και μαντείο του Απόλλωνα Ευτρησίτη.
Στα ΒΑ του λόφου αποκαλύφθηκε ,από τους πρώτους ανασκαφείς, τμήμα τείχους, η ανωδομή του οποίου υποδεικνύει οικοδόμηση στα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ. Αυτό τους οδήγησε να υποθέσουν, ότι ο οικισμός των κλασικών χρόνων βρισκόταν στη βορειοανατολική περιοχή και περιβαλλόταν από τείχος. Μερικές οικίες των κλασικών χρόνων παρατηρήθηκαν στη δυτική πλευρά του λόφου. Στα ΝΔ του λόφου της Εύτρησης και δυτικά του μονοπατιού, που οδηγούσε από την πηγή του Αρκοποδίου στις Θεσπιές, οι αμερικανοί ανασκαφείς τοποθέτησαν το νεκροταφείο του 5ου και 4ου αι. π.Χ της αρχαίας πολίχνης. Στο χώρο βρέθηκε πληθώρα αγγείων (θραύσματα από ανθεμωτές κύλικες, υψίποδοι μελαμβαφείς κανθάροι), ειδώλια κλασικών και ελληνιστικών χρόνων, επιτύμβιες ενεπίγραφες στήλες και μικρός αριθμός χάλκινων αντικειμένων. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν το άγαλμα ιστάμενης ανδρικής μορφής, κούρος της Εύτρησης (Απόλλωνας), από τον οποίο λείπουν τα χέρια, το κεφάλι και τα πόδια από τα γόνατα και κάτω και χρονολογείται στις αρχές του 5ου αι. π.Χ.. Επίσης από την Εύτρηση προέρχεται και το κατώτερο τμήμα αγάλματος καθιστής γυναικείας μορφής, θεάς, που χρονολογείται την ίδια περίοδο.  
Λεύκτρα: Νοτιοανατολικά των Θεσπιών βρίσκεται το σημερινό χωριό Λεύκτρα, γνωστό για την ομώνυμη μάχη. Το 371 π. Χ. ο βασιλιάς της Σπάρτης Κλεόμβροτος Α΄ με 10.000 οπλίτες και 1000 ιππείς αντιμετώπισε 6.000 Βοιωτούς υπό τον Επαμεινώνδα στην πεδιάδα των Λεύκτρων. Η μεγάλη νίκη του Βοιωτού στρατηγού, που εφάρμοσε με επιτυχία το σύστημα της «λοξής φάλαγγος», ισχυροποίησε την ηγεμονία της Θήβα στο Βοιωτικό Κοινό.
Σε ανάμνηση της νίκης τους οι Θηβαίοι ίδρυσαν τρόπαιο στο πεδίο της μάχης. Το πεδίο της μάχης των Λεύκτρων (σε μικρή απόσταση από το σημερινό ομώνυμο χωριό) προσδιορίστηκε με ακρίβεια μετά την ανεύρεση μεγάλου μέρους του βάθρου, που ήταν κυλινδρικό, με επίστεψη διαζώματος τριγλύφων και μετοπών και πάνω σειράς στρογγυλών ασπίδων. Στη λίθινη βάση υψωνόταν χάλκινο τρόπαιο που δεν βρέθηκε, αλλά είναι γνωστό από θηβαϊκά νομίσματα (αργυρές βοιωτικές δραχμές, που κόπηκαν στο διάστημα 288-244 π. Χ. και απεικόνιζαν στρογγυλό στύλο, πάνω στον οποίο στηριζόταν πανοπλία από θώρακα, ασπίδα στρογγυλή, δόρυ και κράνος).
Έφη Κουρούνη Αρχαιολόγος


2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

MPRABO STHN EFH KOYROYNH ALLA KAI STO BLOK GIA THN ANARTHSH.
NIKOLAOS I. DHMHTRIOU

panagos είπε...

Μπράβο Έφη. Είναι πολύ κατατοπιστική η περιγραφή σου. Συγχαρητήρια που έκανες είκονα στο μυαλό μας την γη των προγόνων μας.