Τετάρτη, 17 Μαρτίου 2010

Οι αρχαίες Θεσπιές και η ευρύτερη περιοχή τους

Μέρος 2ο
Η κοιλάδα των Μουσών
Η κοιλάδα των Μουσών εκτείνεται από τους ανατολικούς πρόποδες του Ελικώνα μέχρι το λόφο ,ο οποίος υψώνεται ανάμεσα σε αυτή και την κοινότητα του σημερινού χωριού Άσκρη. Ο Ελικώνας είναι τεράστιο σε έκταση βουνό, που καταλαμβάνει περίπου 800 τ.χλμ. βοιωτικού εδάφους. Στις πλαγιές, στα πρόβουνα και στους προποδές του υπήρχαν πολλές και ξακουστές αρχαίες πόλεις. Οι δυτικότερες – Βουλις, Άμβροσσος, Φλυγόνιον και Στείρις- στην αρχαιότητα φωκικές, ανήκουν σήμερα στη Βοιωτία και αντιστοιχούν στη σημερινή Ζάλτσα , το Δίστομο, το Κυριάκι και το Στείρι. Αρχίζοντας από τα νοτιοανατολικά, οι πιο γνωστές παρελικώνιες πόλεις ήταν στην αρχαιότητα οι Θεσπιές και η Άσκρη, Θίσβη και οι Κορσιές που τους ανήκαν. Στη βορειοανατολική πλευρά του βουνού και προς τη λίμνη Κωπαϊδα υπήρχε η Ογχηστός , η Αλίαρτος, η Κορώνεια, και η Λειβαδιά. Από τους αρχαίους συγγραφείς και τους σχολιαστές των έργων τους μαρτυρούνται στην ευρύτερη περιοχή του βουνού και αρκετά ονόματα πολισμάτων ( Έυτρηση, Δονακών, Ιππότες, Αλαλκομενές, Ωκαλέη, Αθήνα, Ελευσίνα), θέσεων (Λεύκτρα, Κερησσός) ιερών ( Μουσείον, Βωμός Διός, Τιλφούσιον, Ιτώνιον, άντρον Λειβηθρίδων νυμφών) καθώς και πηγών και ποταμών ( ίππου κρήνη, Αγανίππη, Τιλφούσα, Περμησσός, Λάμος, Ολμειός, Λόφις).
Στο νότιο άκρο του λόφου Μαραντάλι υπάρχει μεσαιωνικός πύργος. Από το βορρά περιβάλλεται από βραχώδη κωνικό όγκο, στην κορυφή του οποίου υπάρχει αρχαίος μικρός πύργος, ο θεωρούμενος από τον Παυσανία ως η Ακρόπολη της αρχαίας Άσκρης. Ο τετράγωνος πύργος της Άσκρας χρονολογείται τον 4ο αιώνα π.Χ. και κατέχει το υψηλότερο μέρος του δύσβατου λόφου Πυργάκι. Διέθετε 3 αποθηκευτικούς χώρους στο ισόγειο. Ολόγυρα σώζεται παλαιότερος οχυρωματικός περίβολος σε ερείπια. Ο πύργος χτίστηκε πιθανότατα από του Θεσπιείς λίγο πριν το 371 π. Χ.- μάχη των Λεύκτρων- προκειμένου να ελέγχουν έτσι τις κινήσεις των Θηβαίων.
Από τα πιο περίφημα βουνά της Ελλάδας, ο Ελικώνας στάθηκε το αιώνιο και αιθέριο σύμβολο της ποιητικής έμπνευσης και της καλλιτεχνικής και πνευματικής δημιουργίας για ποιητές και καλλιτέχνες στην αρχαιότητα και στα νεότερα χρόνια.. Από την εποχή του Ησιόδου, που οι μούσες τον έχρισαν ποιητή, σε μια από τις ψηλότερες βουνοκορφές του, οι περιγραφές των περιηγητών αρχαίων και νεότερων αναφέρονται στο ήμερο βουνό, με τη διάχυτη αρμονία, ένα χώρο μυθικό, όπου φυτρώνουν δένδρα ήμερα και βότανα με ευεργετικές ιδιότητες. Είναι το βουνό όπου χορεύουν οι Μούσες και όπου επικρατούν μειλίχιες δυνάμεις της φύσης, σε αντίθεση με τον Κιθαιρώνα, το μοχθηρό αδελφό του, που περιγράφεται σαν ένα βουνό άγριο, που το κατοικούν οι ανδροφόνες μαινάδες του Διονύσου. Είναι μάλιστα γνωστά αποσπάσματα από ένα ποίημα της ταναγραίας ποήτριας Κόριννας με θέμα του τον αγώνα μεταξύ των δυο βουνών, με νικητή τον Ελικώνα.
Ενεπίγραφο βάθρο με το όνομα της Μούσας Καλλιόπης
Κατά τον Παυσανία, που γράφει στις αρχές του 2ου αι. μ. Χ., οι πρώτοι που θυσίασαν στον Ελικώνα και ονόμασαν τα βουνό ιερό των Μουσών ήταν οι Αλωάδες, Εφιάλτης και Ώτος, που έγιναν κατόπιν και οικιστές (ιδρυτές-ήρωες) της Άσκρης. Οι καταπληκτικά αυτοί μεγαλόσωμοι γιοι του Αλωέα και της Ιφιμέδειας , που αναφέρονται και στην Οδύσσεια (λ,305) πίστευαν σε 3 Μούσες τη Μελέτη, τη Μνήμη και την Αοιδή, στις οποίες κατόπιν αφιέρωσαν τον Ελικώνα. Αργότερα ωστόσο λένε πως ο Μακεδόνας βασιλιάς Πίερος- από τον οποίο έχει το όνομα του το γνωστό μακεδονικό βουνό- ήρθε στις Θεσπιές και εισήγαγε στον Ελικώνα τη λατρεία των 9 Μουσών με τα γνωστά ως τις μέρες μας ονόματα: Πολύμνια, Θάλεια, Τερψιχόρη, Μελπομένη, Καλλιόπη, Κλειώ, Ευτέρπη, Ερατώ, Ουρανία. Ο μύθος αυτός βέβαια ίσως μας παραπέμπει σε κάποιο πραγματικό ιστορικό γεγονός, που σχετίζεται με την εγκατάσταση θρακικού φύλου από την περιοχή των Πιερίων στα υψώματα του Ελικώνα, αν μάλιστα θυμηθεί κανείς τα κοινά τοπωνύμια και τις αναφερόμενες από τον Παυσανία παραδόσεις για τον Πίερο και τις Μούσες, καθώς και το Λιβήθριον όρος σε απόσταση 40 σταδίων από την Κορώνεια, τις Λιβήθριες Μούσες και την πηγή Λιβηθριάδα με αναλογίες στο μακεδονικό χώρο.
Η ιστορία του πανύμνητου ιερού άλσους των Ελικωνίων Μουσών στις ανατολικές υπώρειες του Ελικώνα , αρχίζει ήδη στον 6ον αιώνα π.Χ. Ωστόσο γνώρισε την ιδιαίτερη ακμή του από τον 3ο αι π. Χ και εξής χάρη στη γιορτή των Μουσείων, που ιδρύθηκαν και οργανώνονταν κάθε 5 χρόνια από τους Θεσπιείς στο χώρο αυτό. Ποιητές και μουσικοί από όλη την Ελλάδα έπαιρναν μέρος στους αγώνες που κοσμούσαν τις γιορτές. Αγωνίζονταν στη σάλπιγγα , την επική ποίηση, τη ραψωδία , την κιθάρα, τον αυλό, τη σατυρική ποίηση, την υποκριτική τραγωδίας και κωμωδίας. Τον 2ο και 1ο αιώνα π.Χ. προστέθηκαν ακόμη στον κατάλογο αγώνες εγκωμίων για το ρωμαίο αυτοκράτορα, ο οποίος χρηματοδοτούσε στο εξής την οργάνωση των γιορτών, τα οποία μετονομάστηκαν σε Μεγάλα Καισάρεια και όχι Μουσεία εφόσον τιμώνταν πρώτα οι αυτοκράτορες και κατόπιν οι Μούσες. Οι νικητές των αγώνων αφιέρωναν τα έπαθλα τους, κυρίως τρίποδες, στο ιερό. Ανάμεσα τους ήταν στημένος και ο τρίποδας του ποιητή Ησιόδου ως ανάμνηση της νίκης του σε μουσικό αγώνα στη Χαλκίδα καθώς και ο ανδριάντας του. Πλήθος αγαλμάτων, που σχετίζονταν με τις Μούσες, διάσημους ποιητές ή μουσικούς, ήταν στημένα στον υπαίθριο χώρο του ιερού άλσους.
Στο πέρας της μακρόστενης κοιλάδας ήταν το θέατρο, που έμοιαζε να κατέχει τη θέση σφενδόνης ενός εξαιρετικά επιμήκους σταδίου. Πάνω από το κοίλο του θεάτρου αρχίζει πια η πετρώδης περιοχή της κορυφής του βουνού. Χρονολογείται από τα τέλη του 3ου αι. π. Χ. ή τις αρχές του 2ου αιώνα π.Χ. και κτίστηκε για τις ανάγκες των μουσικών και θεατρικών αγώνων, που γίνονταν στο άλσος με την ευκαιρία της γιορτής των Μουσείων, εκδήλωσης αφιερωμένης στις 9 Μούσες προστάτιδες των γραμμάτων και των τεχνών. Οι θεατές κάθονταν σε υποτυπώδεις σειρές καθισμάτων, σκαμμένες σε πλαγιά του βουνού. Μόνο η πρώτη σειρά των καθισμάτων- η προεδρία- ήταν μαρμάρινη. Σήμερα σώζονται η σκηνή και το προσκήνιο του θέατρου. Μέσα στο Ελικώνιο άλσος βρίσκονταν ο βωμός ή ναΐσκος των Μουσών, που ανακαλύφθηκε μετά από ανασκαφή του Σταματάκη στα 1882, όταν χάριν της ανασκαφής του αρχαίου τεμένους κατεδαφίστηκε το ξωκλήσι της Αγίας Τριάδα, που βρισκόταν ακριβώς από πάνω του. Πρόκειται για ορθογώνιο κτίριο μικρών διαστάσεων που χρονολογείται στον 3ο αι π.Χ. σύγχρονα με το θέατρο και τη στοά.. Ήλθε στο φως μετά τη διάλυση της εκκλησούλας της Αγ. Τριάδας, που είχε θεμελιωθεί πάνω στο αρχαίο κτίριο.
Πλήθος αρχαίων λίθων βρέθηκαν επίσης εντοιχισμένοι στο εκκλησάκι της Αγίας Αικατερίνης, λίγο ανατολικότερα. Από τους λίθους που αποτειχίστηκαν βεβαιώθηκε εκ των υστέρων πως κατά μήκος του φαραγγιού, που κατέληγε στο τέμενος των Μουσών και που χρειαζόταν πάνω από μια ώρα για να το διασχίσει κανείς, υπήρχαν και άλλες κατασκευές, κτιστά βάθρα για επιβλητικά μνημεία, αγάλματα και ανδριάντες.
Από τις αναφορές του Παυσανία συλλέγουμε ποικίλες πληροφορίες για την εικόνα του τότε ιερού: αγάλματα των 9 Μουσών, έργα επώνυμων γλυπτών του τέλους του 5ου αι. π. Χ., πάνω στα βάθρα με τα ονόματα τους κοσμούσαν το τέμενος. Κατά τις συστηματικές ανασκαφές του ιερού, από τη Γαλλική Σχολή υπό τη διεύθυνση του P. Jamot κατά τα έτη 1888, 1889, 1890, βρέθηκαν μάλιστα τα 9 βάθρα των αγαλμάτων, στημένα αρχικά σε ενιαίο σύνταγμα, από τα οποία τα πέντε καλύτερα διατηρούμενα φέρουν χαραγμένα τα ονόματα των Μουσών, έργα του ποιητή και γλύπτη Ονέστου.
Σχεδιαστική αποκατάσταση της κοιλάδας
Το σύνταγμα, ανάθημα των Θεσπιών στα χρόνια του ρωμαίου Αυγούστου, φέρει την επιγραφή « Θεσπιέες μώσης ελικωνιάδεσι». Αναφέρει ακόμα ο Παυσανίας ανδριάντες περίφημων αρχαίων μουσικών όπως του Σακάδα και του Αρίονα, καθώς και αγάλματα του Ησιόδου με τη λύρα στα γόνατα- ο οποίος καταγόταν από τη γειτονική Άσκρη- και του περίφημου Ορφέα, που μάγευε ακόμη και τα άγρια θηρία με τους ήχους της λύρας του.
Κατά τις ανασκαφές ήλθε ακόμη στο φως εξαιρετικά επιμήκης ιωνική στοά (μήκους 96,70μ.) που βρισκόταν 40 περίπου μέτρα δυτικά του ναΐσκου των Μουσών. Η στοά με 36 ιωνικούς κίονες στην πρόσοψη χρονολογείται στον 3ο αι. π. Χ. και προοριζόταν για τη στέγαση αναθημάτων προς τις Μούσες. Στο εσωτερικό διέθετε αρχικά κατά μήκος τοίχο και δωμάτια, που αντικαταστάθηκε αργότερα με κιονοστοιχία κορινθιακών κιονόκρανων. Είναι αξιοσημείωτο να αναφερθεί εδώ πως ο Παυσανίας δεν αναφέρει τίποτα για τα κτίρια στο ιερό τέμενος εκτός από αγάλματα και ανδριάντες. Την εικόνα του ιερού μπορέσαμε να την ανασυνθέσουμε μόνο από τα οικοδομικά λείψανα, που ήρθαν στο φως από τις ανασκαφές καθώς και από τα αρχαία αρχιτεκτονικά μέλη, που αποτειχίστηκαν με δυσκολία από τα ξωκλήσια της κοιλάδας.
Για να ολοκληρώσουμε ωστόσο την ιστορία του θρυλικού βουνού πρέπει να αναφέρουμε πως ανεβαίνοντας κανείς από την Κοιλάδα των Μουσών προς την κορυφή του ανατολικού όγκου του Ελικώνα, Μοτσάρα ή Ζαγαρά, σε υψόμετρο 1500 μ., συναντούσε την κρήνη του Ίππου- Ιπποκρήνη, κρηνική κατασκευή κλασικών μάλλον χρόνων, που λένε πως τη δημιούργησε με την οπλή του το άλογο του Βελλερεφόντη, όταν χτύπησε ορμητικά το έδαφος. Λίγο ψηλότερα από την κρηνική κατασκευή υπάρχουν ερείπια διπλόχωρου πύργου, με έξοχη θέα απ’ άκρου εις άκρον της Βοιωτίας. Στα αναμοχλευμένα , λιγοστά χώματα των θεμελίων του κτίσματος, που πρέπει, όπως και η κρήνη, να κτίστηκε στην αρχή του 4ου αι. π. Χ., ίσως στα χρόνια της Θηβαίικης ηγεμονίας, βρέθηκαν στάχτες και όστρακα με εγχάρακτες επιγραφές (graffiti), αφιερωματικές στο Δία. Πρόκειται προφανώς για το χώρο που ο Ησίοδος (Θεογ. 1-4) και οι σχολιαστές του τοποθετούν το βωμό για τις θυσίες στον Ελικώνιο Δία, πατέρα των Μουσών, που χόρευαν γύρω του. Ο Δίας στην κορυφή του Ελικώνα θα πρέπει να λατρευόταν κυρίως ως Υέττιος, θεός των ευεργετικών βροχών.
Όλος όμως ο Ελικώνας φαίνεται πως στην αρχαιότητα έβριθε νερών και πηγών. Ήδη στη Θεογονία του Ησιόδου αναφέρεται το μικρό ποτάμι Λάμος, που κατέβαινε από τα υψώματα του Ελικώνα για να χυθεί στην Κοιλάδα. Κατά τους σύγχρονους μελετητές η αναφορά του μικρού αυτού ποταμού πάει πολύ πιο πίσω στα μυκηναϊκά χρόνια και συνδέεται με το όνομα Ramijo των πινακίδων της Γραμμικής Β γραφής. Τέλος μια άλλη ονομαστή πηγή, την οποία αναφέρει ο Παυσανίας, ήταν ο Δονακών, η λεγόμενη πηγή του Νάρκισσου, όπου σύμφωνα με την παράδοση καθρεφτιζόταν ο Νάρκισσος θαυμάζοντας την ομορφιά του. Η θέση του Δονακώνα, που σημαίνει στην πραγματικότητα καλαμιώνας (δόνακες-καλάμια) αναγνωρίζεται στις υπώρειες του Ελικώνα νοτιοδυτικά των Θεσπιών και βόρεια της Ξηρονομής, κοντά στο χωριό Τάτιζα, όπου ο Σπυρόπουλος ανακάλυψε στη δεκαετία του 1960 λείψανα κυκλικού χτίσματος.
Η αρχαία Θίσβη βρίσκεται στους νότιους πρόποδες του Ελικώνα πλησίον του σημερινού ομώνυμου χωριού (παλαιότερα Κακόσι). Εκτείνεται ανάμεσα στο λόφο του Παλαιόκαστρου στα βόρεια και στην άκρη της πεδιάδας που ορίζεται στα νότια από τον Ελικώνα και καλείται Νεόκαστρο. Στον Όμηρο αναφέρεται ως «πολυτρήρων Θίσβη», επειδή στα βράχια της φώλιαζαν πολλά περιστέρια. Στην κλασική εποχή εως το 338 π.Χ. ανήκε στη χωρική περιφέρεια της Θεσπικής. Στην κρίσιμη σύρραξη του Γ΄ Μακεδονικού πολέμου η πόλη τάχθηκε στο πλευρό των Μακεδόνων, ωστόσο αναγκάστηκε μα ανοίξει τις πόρτες της στον Φλαμινίνο στα 170 π.Χ. Τείχος ακανόνιστης πολυγωνικής τοιχοποιίας περιθέει το βορειοδυτικό τμήμα της ακρόπολης ( Παλαιόκαστρο). Αντίθετα, το ανατολικό τμήμα του τείχους της κάτω πόλης και οι προμαχώνες του Νεόκαστρου, είναι κτισμένα κατά το ισόδομο σύστημα του 4ου αι. π.Χ. Η οχυρωμένη ακρόπολη της αρχαίας Θίσβης στο λόφο Παλαιόκαστρο στα ΒΔ του χωριού και το Ν-ΝΑ τμήμα του οχυρωματικού τείχους της κάτω πόλεως στο λόφο του Νεόκαστρου στα Ν-ΝΑ του χωριού.
Θίσβη: Σωζόμενος αναλληματικόςτοίχος εξωτερικά της ΒΙΠΕ Θίσβης
Στο τείχος της κάτω πόλης διατηρείται πύλη προστατευόμενη από τετράγωνο πύργο. Η οχύρωση χρονολογείται στον 4ο αι. π.Χ. Από την αρχαία πόλη προέρχονται εκατοντάδες ανάγλυφα και επιγραφές από τον 5ο αι. π.Χ εως τον 3ο αι. π.Χ. ενώ ο Παυσανίας αναφέρει πως στην περιοχή υπήρχε ιερό του Ηρακλή και γιορτή προς τιμήν του ήρωα, τα Ηράκλεια.
Κορσιαί: Η περιοχή των αρχαίων Κορσιών (σημερινός Πρόδρομος) βρισκόταν δυτικά της Θίσβης, κάτω από τη σκιά της ψηλότερης κορυφής του Ελικώνα, της Παλιοβούνας. Στην Ακρόπολη είναι ορατά τα τείχη της πόλης καθώς και ένας αρχαϊκός ναός αφιερωμένος στην Ήρα. Πρόκειται για ένα επίμηκες ορθογώνιο κτίριο στα βόρεια της ακρόπολης και εκτός των τειχών. Μια μαρμάρινη ενεπίγραφη αετωματική στήλη, που βρέθηκε στο χωριό Πρόδρομος(περιοχή αρχαίων Κορσιών) και χρονολογείται τον 4ο αι. π.Χ, απαριθμεί αφιερώματα από χρήματα και σκεύη, τα οποία είχαν προσφέρει οι Θεσπιείς στο ιερό της Ήρας.(αρ. καταγρ. 239, παλαιά έκθεση). Τα σωζόμενα τείχη που περιβάλλουν την ακρόπολη και την κάτω πόλη χρονολογούνται στον 4ο αι. π.Χ. και διακρίνονται δυο οικοδομικές φάσεις. Τα τείχη αυτά ανοικοδομήθηκαν μετά από την καταστροφή τους, όταν οι Φωκιείς αιχμαλώτισαν την πόλη το 347 π. Χ. και τα κατέστρεψαν .Τα τείχη ήταν ορατά ανέκαθεν και στη δεκαετία του 1980 πραγματοποιήθηκαν ανασκαφές στην περιοχή από καναδική αρχαιολογική αποστολή.
Συμπέρασμα - Προτάσεις: Μετά από τη σύντομή αυτή περιήγηση στους νότιους και νοτιοανατολικούς παρελικώνιους οικισμούς, που γενικά συγκροτούν τη Θεσπική χώρα και έχουν ταυτόχρονα ως κοινό σημείο αναφοράς τον Κορινθιακό κόλπο φαίνεται πως αποτελούσαν μια ζωντανή περιοχή της Βοιωτίας σε όλη τη διάρκεια της αρχαιότητας με ιδιαίτερη άνθηση ανά διαστήματα αλλά και περιόδους παρακμής. Υπάρχουν αρκετά λείψανα μνημείων της Κλασικής, ελληνιστικής και Ρωμαικής εποχής, που συνδέονται με την ιστορία της περιοχής, τα κατάλοιπα τους όμως, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, σπανίως έχουν ανασκαφεί. όσα τυχόν ανασκάφηκαν τον προπερασμένο αιώνα κατά κανόνα δεν δημοσιεύτηκαν συστηματικά. Το πολυπληθές αρχαιλολιγικό και επιγραφικό υλικό, που συσσωρεύτηκε με τα χρόνια από περισυλλογές ή και από λαθροανασκαφές στα ερείπια και τα νεκροταφεία έχει διασκορπιστεί σε διάφορα μουσεία και ευκαιριακά καταλογραφηθεί ή σποραδικά παρουσιαστεί σε γενικότερες μελέτες. Οι ίδιες οι πόλεις υπέστησαν επανειλημμένες καταστροφές και λεηλασίες στη διάρκεια της ιστορίας τους. Το οικοδομικό τους υλικό ανακυκλώθηκε πολλές φορές, τα έργα τέχνης αρπάχθηκαν ή καταστράφηκαν και οι νεκροπόλεις τους συλήθηκαν συστηματικά και ανηλεώς.
Η Κοιλάδα των Μουσών, με το ομώνυμο ιερό, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθώς αποτελούσε χώρο λατρείας των μουσών και χώρο διεξαγωγής αγώνων. Στο χώρο αυτό υπήρχε μνημειώδης βωμός, θέατρο και στοά της Ελληνιστικής εποχής. Στο χώρο είναι ορατά ακόμα και σήμερα λείψανα από τις λαμπρές αυτές εγκαταστάσεις.
Από τις Θεσπιές που, σύμφωνα με τις αρχαίες γραπτές πηγές, διέθεταν αξιόλογα δημόσια κτίρια και πολλά αναθήματα, συχνά έργα μεγάλων καλλιτεχνών, στην πόλη και στα ιερά τους, προέρχεται μια μεγάλη ομάδα γλυπτών έργων και επιγραφών , που αποτειχίστηκαν, όπως σημειώθηκε παραπάνω από το τείχος των πρώιμων βυζαντινών χρόνων. Νεκροταφεία στην περιοχή της Θεσπικής έχουν ανασκαφεί αποσπασματικά (σε αγρό των Θεσπιών και στους πρόποδες του λόφου της Εύτρησης). Τα ευρήματα χρονολογούνται από τους αρχαϊκούς ως και τους ελληνιστικούς χρόνους. Ωστόσο, το Πολυάνδρειο των Θεσπιών αποτελεί χαρακτηριστικό ταφικό μνημείο του 4ου αι. π.Χ., αντίστοιχο του λέοντος της Χαιρώνειας. Αν και σήμερα το λιοντάρι , που επέστεφε το μνημείο, δεν σώζεται στη θέση του, τμήματα του βρίσκονται στο χώρο του Μουσείου και μετά τη συγκόλληση τους, θα είναι δυνατή η έκθεση του. Επίσης η πληθώρα των κτερισμάτων (αγγεία, ειδώλια χάλκινα και σιδερένια αντικείμενα), που βρέθηκαν κατά τις ανασκαφές του μνημείου φανερώνουν τη σπουδαιότητα του. Οι στενές σχέσεις των Θεσπιέων με την Αθήνα, διαπιστώνονται στην πολιτική ιστορία και στην τέχνη της βοιωτικής πόλης, που φιλοξένησε έργα του Πραξιτέλη και ανέδειξε όπως φαίνεται δική της σχολή στα ελληνιστικά χρόνια. Οι πληροφορίες των πηγών, ιδίως του Παυσανία, που την περιγράφει ως τη μόνη αξιόλογή βοιωτική πόλη του καιρού του είναι πολύτιμες. Πολύτιμη συμβολή στη μελέτη της τέχνης των Θεσπιών, και άλλων πόλεων της Βοιωτίας, από τα αρχαϊκά ως τα αυτοκρατορικά ρωμαϊκά χρόνια, αποτελούν και οι ενεπίγραφες βάσεις αγαλμάτων. Πιστοποιούν την παρουσία έργων και εργαστηρίων, συχνά φέρουν υπογραφές καλλιτεχνών και παρέχουν πληροφορίες για τους εύπορους συνήθως αναθέτες τους, πόλεις , ομάδες ή πολίτες.
Από τις ισχυρές οχυρώσεις, που είχαν πολλές από τις βοιωτικές πόλεις, σώθηκαν αρκετά λείψανα. Αξιόλογα τμήματα αυτών των οχυρώσεων διατηρούνται στη Θίσβη, στην αρχαία ακρόπολη των Σιφών, στο λιμάνι της Κρεύσεως, στην πόλη των αρχαίων Κορσιών, και στην Άσκρα των Θεσπιών (αρχαίος Κερησσός). Τα περισσότερα χτίστηκαν στα ταραγμένα χρόνια του 4ου αι. π.Χ.
Στον τομέα των γραμμάτων η περιοχή έχει να επιδείξει τον Ησίοδο, ο οποίος γεννήθηκε στην Άσκρα στο τέλος του 8ου αι. π.Χ. και είναι ο δημιουργός των περίφημων έργων « Θεογονία» και « Έργα και Ημέραι».
Έφη Κουρούνη Αρχαιολόγος

Δεν υπάρχουν σχόλια: