Τρίτη, 6 Μαρτίου 2012

ΑΠΟ ΤΗ ΜΕΣΗ ΣΤΗΝ ΥΣΤΕΡΗ ΕΠΟΧΗ ΧΑΛΚΟΥ: ΜΙΑ ΟΙΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ ΣΤΟΝ ΒΟΙΩΤΙΚΟ ΟΡΧΟΜΕΝΟ

 Δρ. Ιωάννης Φάππας Αρχαιολόγος Θ΄ ΕΠΚΑ
Ανάμεσα στο αρχαιολογικό υλικό από τους οικισμούς της Μέσης Εποχής του Χαλκού στην Ηπειρωτική Ελλάδα απαντά συχνά ένας ιδιαίτερος τύπος πήλινων μικροευρημάτων που είθισται να χαρακτηρίζονται στη βιβλιογραφία ως «χάντρες». Η χρήση τους είναι αινιγματική και μόνο υποθέσεις μπορούν να γίνουν σχετικά με αυτή. Η κατασκευή τους, ωστόσο, φαίνεται πως αποτελούσε μια από τις συνήθεις και καθημερινές οικοτεχνικές δραστηριότητες της εποχής αυτής. Τη συγκεκριμένη δραστηριότητα θα προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε με αφορμή ένα πρόσφατο εύρημα από τον βοιωτικό Ορχομενό.

Η ανασκαφή στον Ορχομενό
Σε ανασκαφική έρευνα. σωστικού χαρακτήρα,  στη θέση «Πάρκο» Ορχομενού, ανατολικά και εγγύτατα του θολωτού τάφου του Μινύου και μεταξύ αυτού και του βυζαντινού ναού της Παναγίας Σκριπούς, αποκαλύφθηκαν οικοδομικά λείψανα που χρονολογούνται στους ΥΕ ΙΙΙΑ2 και ΥΕ ΙΙΙΒ/Γ χρόνους. Η θεμελίωση των τοίχων διατάραξε παλαιότερα στρώματα με αποτέλεσμα μαζί με τη μυκηναϊκή κεραμεική να ανευρίσκονται και όστρακα των ΜΕ και πρώιμων μυκηναϊκών χρόνων (εγχάρακτα και μη τεφρά μινύεια, αμαυρόχρωμα-δίχρωμα, στιλβωμένα κ.α.) (εικ.1).  Το γεγονός αυτό αλλά και ο εντοπισμός παλαιότερων φάσεων που δεν έχει σταθεί δυνατό να διερευνηθούν μέχρι σήμερα υποδηλώνουν ότι ο οικισμός των ΜΕ και των πρώιμων μυκηναϊκών χρόνων εκτεινόταν και στο πεδινό έδαφος, στις υπώρειες του γειτονικού λόφου.

Από τη σχετιζόμενη με τα μυκηναϊκά οικοδομικά λείψανα επίχωση προήλθε ένα σύνολο 725 πήλινων «χαντρών» (εικ.2), οι οποίες βρέθηκαν όλες μαζί σε σωρό. Η συσσώρευση τόσο μεγάλου αριθμού «χαντρών», σε συνδυασμό με την απουσία στοιχείων που να μαρτυρούν την επί τόπου κατασκευή τους, υποδηλώνει ότι αυτές πρέπει να φυλάσσονταν στο χώρο αυτό, ίσως σε κάποιο σάκο από φθαρτό υλικό.

Παράλληλα από άλλες θέσεις
Τα παράλληλα των «χαντρών» του Ορχομενού από την Ηπειρωτική Ελλάδα χρονολογούνται στη Μέση Εποχή του Χαλκού. Ενδεικτικά απαντούν στην Εύτρηση της Βοιωτίας, στις Μυκήνες και στην Ασίνη της Αργολίδας, στα Πευκάκια και στην Άργισσα της Θεσσαλίας. Ωστόσο, στις θέσεις αυτές απαντούν συνήθως ως μεμονωμένα ευρήματα και αυτό μπορεί να οφείλεται τόσο στο μικρό μέγεθος και το φθαρτό υλικό τους, όσο και στο αμελές τους ψήσιμο. Έτσι, μία «χάντρα» έχουν δώσει η Ασίνη, η Άργισσα και τα Πευκάκια, 5 η Εύτρηση και 8 οι Μυκήνες. Σημαντική εξαίρεση αποτελεί ένα σύνολο 40 «χαντρών» που προέρχεται από τις ανασκαφές της Βαυαρικής Ακαδημίας των Επιστημών στις αρχές του περασμένου αιώνα στον Ορχομενό. Αν και δεν είναι γνωστές οι συνθήκες εύρεσής τους, τυπολογικά ταιριάζουν πολύ με το μεμονωμένο παράδειγμα από την Ασίνη και για το λόγο αυτό θα μπορούσαν να χρονολογηθούν στην ίδια περίοδο (ΜΕ). Ωστόσο, ο συγκεκριμένος τύπος ευρημάτων συνεχίζει και στην Ύστερη Εποχή του Χαλκού και μάλιστα και σε περιοχές πέρα από την Ηπειρωτική Ελλάδα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, εκτός από το σύνολο του Ορχομενού, αποτελούν οι 31 συνολικά «χάντρες» που βρέθηκαν στην Τροία και αποδίδονται στις φάσεις VIf (ΥΕ ΙΙΒ) και VIh (ΥΕ ΙΙΙΑ2).  Από όλες τις παραπάνω θέσεις, πληροφορίες για το αρχαιολογικό σύνολο εύρεσης των «χαντρών» έχουμε μόνο από τις Μυκήνες: οι «χάντρες» που προέρχονται από εκεί βρέθηκαν επάνω στον «ιπνό», την ανοιχτή δηλαδή εστία ενός μεσοελλαδικού οικήματος που εντοπίστηκε στον χώρο του Ταφικού Κύκλου Β και χρονολογείται σε φάση αρχαιότερη των τάφων του.

Η μελέτη των «χαντρών» του Ορχομενού έδωσε ενδιαφέροντα στοιχεία για μια οικοτεχνική δραστηριότητα των ΥΕ χρόνων που, λόγω της εντυπωσιακής ομοιότητας των ίδιων των αντικειμένων αλλά και του τρόπου κατασκευής τους, δεν πρέπει να διέφερε από την αντίστοιχη της ΜΕ περιόδου.

Τρόπος κατασκευής
Όλες οι «χάντρες» είναι φτιαγμένες από ένα μικρό σβώλο πηλού. Αρχικά – και ενώ ήταν ακόμα νωπός – ο σβώλος αυτός πιεζόταν στο ένα άκρο του είτε ανάμεσα στο δείκτη και τον αντίχειρα του χεριού είτε επάνω σε μια επίπεδη επιφάνεια. Στη συνέχεια, στο συμπιεσμένο άκρο του ανοιγόταν οπή, η διάμετρος της οποίας ποικίλει ανάλογα με το μέγεθος της «χάντρας». Τέλος, ο νωπός πηλός ψηνόταν ατελώς σε χαμηλή θερμοκρασία και σε αναγωγικές ή οξειδωτικές συνθήκες, με αποτέλεσμα η «χάντρα» να αποκτά μια φαιά ή καστανή απόχρωση. Αξιοσημείωτο είναι ότι σε πολλές περιπτώσεις διατηρούνται και τα δακτυλικά αποτυπώματα του κατασκευαστή.

Τεχνικά χαρακτηριστικά

Οι «χάντρες» του Ορχομενού μπορούν να ταξινομηθούν σε 6 διαφορετικές ομάδες (σχ.1, εικ.3) με βάση δύο κυρίως κριτήρια: α) τον τρόπο πλασίματος και β) την επιμέλεια στην τελική τους διαμόρφωση. Είναι σημαντικό ότι, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, με τη διάκριση αυτή συμφωνούν και τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά τους, όπως το μέγεθος, το βάρος, η απόχρωση, το είδος του πηλού, καθώς και η διάμετρος της οπής, η οποία δείχνει τη χρήση διαφορετικών εργαλείων διάτρησης (πίν.1).

Πίνακας 1. Ομάδες και τεχνικά χαρακτηριστικά των πήλινων «χαντρών» του Ορχομενού.


Σχ. 1. Οι 6 διαφορετικοί τύποι των πήλινων «χαντρών» του Ορχομενού.
Είναι πιθανό ότι η διάκριση των «χαντρών» στις 6 αυτές ομάδες, η κάθε μία με τα δικά της ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, αντανακλά μια ξεχωριστή διαδικασία για την κατασκευή τους, από την αρχική επιλογή του πηλού και το πλάσιμο μέχρι και το τελικό τους ψήσιμο. Μάλιστα, μπορούμε να υποθέσουμε πως οι έντονες διαφορές που παρατηρούνται στον τρόπο και την επιμέλεια της κατασκευής τους αντιπροσωπεύουν την εργασία έξι τουλάχιστον ατόμων. Τα δακτυλικά αποτυπώματα που σώζονται σε κάποιες από αυτές θα μπορούσαν ίσως να δώσουν απάντηση στην υπόθεση αυτή.

Τεχνολογία όπτησης
Πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία έδωσε και η πειραματική επανόπτηση θραυσμάτων από ορισμένες ήδη θρυμματισμένες «χάντρες». Από τη διαδικασία αυτή που έγινε στους 900ο C, δηλαδή στη θερμοκρασία όπτησης της κεραμεικής, ο πηλός έλαβε το χρώμα και της ιδιότητες που θα αποκτούσε αν είχε χρησιμοποιηθεί για την κατασκευή αγγείων, οδηγώντας στα ακόλουθα συμπεράσματα:

1)  Για την κατασκευή των «χαντρών» είχαν χρησιμοποιηθεί τέσσερις κατηγορίες πηλού: α) καθαρός κιτρινωπός, β) καθαρός πορτοκαλόχρωμος, γ) ερυθρός με εγκλείσματα και δ) σκούρος ερυθρός με εγκλείσματα. Οι κατηγορίες αυτές επιβεβαίωσαν την ταξινόμηση των «χαντρών» στις ομάδες που προαναφέρθηκαν, καθώς διαπιστώθηκε ότι για κάθε ομάδα είχε χρησιμοποιηθεί διαφορετικός πηλός. Στις περιπτώσεις που ο ίδιος πηλός είχε χρησιμοποιηθεί σε δύο διαφορετικές ομάδες, αυτές δεν παρουσιάζουν άλλα κοινά χαρακτηριστικά.

2) Ο καθαρός πηλός των κατηγοριών α-β είχε ζυμωθεί ατελώς (εικ.4) με αποτέλεσμα να είναι ακατάλληλος για την κατασκευή αγγείων, δείχνοντας έτσι ότι δεν ήταν πηλός αγγειοπλάστη.

3) Ομοίως, η μεγάλη περιεκτικότητα σε εγκλείσματα ασβεστίου στον πηλό των κατηγοριών γ-δ (εικ.5) καθιστά και αυτόν ακατάλληλο για την αγγειοπλαστική. 

4) Τα εγκλείσματα ασβεστίου στον ίδιο πηλό δεν προκάλεσαν έντονα «σκασίματα» στις «χάντρες», προφανώς γιατί αυτές είχαν ψηθεί σε σχετικά χαμηλή θερμοκρασία. Στο ίδιο συμπέρασμα οδηγεί και το φαιό χρώμα που έχουν πολλές από αυτές, καθώς και το γεγονός ότι είναι αρκετά εύθρυπτες. Αυτή τη χαμηλή θερμοκρασία θα μπορούσε να αποδώσει μόνο μια ανοιχτή φωτιά, για παράδειγμα σε μια οικιακή εστία. Εκεί, κάποιες από τις «χάντρες» σκεπασμένες από τις στάχτες ψήνονταν σε αναγωγικές συνθήκες, αποκτώντας έτσι φαιό χρώμα, ενώ κάποιες άλλες γύρω από τη φωτιά λάμβαναν μια περισσότερο καστανή απόχρωση. Είναι λοιπόν αξιοσημείωτο ότι οι «χάντρες» των Μυκηνών βρέθηκαν ακριβώς επάνω στην εστία του μεσοελλαδικού οικήματος που εντοπίστηκε στον χώρο του Ταφικού Κύκλου Β. 

Χρήση
Η χρήση των αντικειμένων αυτών δεν είναι εύκολο να προσδιοριστεί και μόνο υποθετικά μπορούμε να την προσεγγίσουμε. Ο όρος λοιπόν «χάντρες» χρησιμοποιείται εδώ συμβατικά και δεν αποτελεί προσπάθεια ερμηνείας τους. Η χρήση τους ως κοσμημάτων δεν συγκεντρώνει αρκετές πιθανότητες, κυρίως λόγω της αμελούς κατασκευής πολλών από αυτές, αλλά και του ευτελούς υλικού από το οποίο είναι φτιαγμένες. Επιπλέον, το ιδιότυπο σχήμα τους τις καθιστά ακατάλληλες για χάντρες περιδεραίου. Επίσης, η ύπαρξη οπών διαφορετικών διαμέτρων αποκλείει τον συνδυασμό μικρών και μεγάλων σχημάτων στο ίδιο περιδέραιο, ενώ οι λοξές οπές στις «χάντρες» της τελευταίας ομάδας δείχνουν με αρκετή βεβαιότητα ότι αυτές τουλάχιστον δεν πρέπει να προορίζονταν για τη συγκεκριμένη χρήση.

Η θέση και η κατεύθυνση, ωστόσο, της οπής υποδηλώνει ότι τα αντικείμενα αυτά κρέμονταν κατακόρυφα, απ’ όπου και αν ήταν αναρτημένα. Με βάση την παρατήρηση αυτή θα μπορούσαμε ίσως να τα ερμηνεύσουμε ως χρηστικά αντικείμενα και ειδικότερα ως βαρίδια, παρόλο που σε ορισμένες περιπτώσεις το βάρος τους είναι αμελητέο. Αυτό θα μπορούσε για παράδειγμα να βρει πρακτική εφαρμογή στη χρήση τους ως βαριδίων ραμμένων σε διάφορα υφάσματα ή στο κάτω μέρος παραπετασμάτων και ενδυμάτων. Επίσης, θα μπορούσαν ίσως να αποτελούν βαρίδια για την κατασκευή λεπτών υφασμάτων, ενώ πιθανή είναι και η χρήση τους ως κομβίων.

Συμπεράσματα
Οι θέσεις εύρεσης και η χρονολόγηση των «χαντρών» του τύπου που εξετάσαμε δείχνουν ότι:
1) Πρόκειται για μια αρκετά διαδεδομένη δραστηριότητα που ανάγεται στους ΜΕ χρόνους και συνεχίστηκε τουλάχιστον μέχρι και τις ύστερες περιόδους του μυκηναϊκού πολιτισμού.

2) Η συνέχεια στην ΥΕ δείχνει ότι απλές, καθημερινές δραστηριότητες που αποσκοπούσαν στην εξυπηρέτηση καθημερινών αναγκών δεν άλλαξαν και παρέμειναν αμετάβλητες για αιώνες.

3) Η παρουσία τους στη Μέση αλλά και στην Ύστερη Εποχή του Χαλκού υποδηλώνει όμοιες πρακτικές στη χρήση και ίσως την κατασκευή των αντικειμένων με τα οποία σχετίζονταν.
Επίσης, από τη μακροσκοπική εξέταση και την πειραματική διαδικασία «επανόπτησης» των θραυσμάτων των «χαντρών» προκύπτουν τα ακόλουθα συμπεράσματα:

4) Ο ακατάλληλος, λόγω του μη καλού ζυμώματος αλλά και της περιεκτικότητας σε εγκλείσματα ασβεστίου, πηλός των «χαντρών», καθώς και το αμελές ψήσιμό τους σε χαμηλή θερμοκρασία δείχνουν ότι πρόκειται για μια απλή οικιακή δραστηριότητα που εκτελούταν στα όρια του νοικοκυριού.

5) Οι έντονες διαφοροποιήσεις που αφορούν στα επιμέρους χαρακτηριστικά των «χαντρών» υποδηλώνουν ότι στη διαδικασία κατασκευής τους εμπλέκονταν περισσότερα του ενός άτομα από τον χώρο της οικογένειας, τα οποία έφτιαχναν τις «χάντρες» ακολουθώντας πάντοτε την ίδια απλή διαδικασία.

6)  Οι διαφορετικές κατηγορίες πηλού δείχνουν ίσως ότι η ασχολία αυτή γινόταν περιστασιακά, όταν δηλαδή προέκυπταν οι σχετικές ανάγκες. Το βέβαιο πάντως είναι ότι δεν απαιτούσε εξειδίκευση: λίγο χώμα από την αυλή του σπιτιού και η χρήση της οικιακής εστίας ήταν αρκετά για την κατασκευή τους.

 Σημείωση: για μια πρώτη προσέγγιση των όρων, Πρώιμη Εποχή, Μέση εποχή (ΜΕ),  Ύστερη Εποχή (ΥΕ) διαβάστε στην ιστοσελίδα του πρώην Δήμου Χαιρώνειας

Δεν υπάρχουν σχόλια: